Αρχική  
26.09.16
Επιλογές
Αρχική
Επικοινωνία
Διάφορα
Ένωση Πηνειωτών Αττικής
Σύνδεσμος Επιστημόνων Νομού Ηλείας (ΣΕΠΗ)
Πηνεία
Δήμοι Ηλείας
Φορείς Εσωτερικού
Φορείς Εξωτερικού
Επαγγελματικός Οδηγός
Σύνδεσμοι (Links)
Αναζήτηση
Η άποψή σας
Συμφωνείτε με την προσφυγή της Ελλάδας στο "Διεθνές Νομισματικό Ταμείο"?
 
Who's Online
Εορτολόγιο
Δευτέρα
26
Σεπτεμβρίου
Μετάστασις Ιωάννου του Θεολόγου και Ευαγγελιστού
Σύνδεση





Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφή
ΜΟΙΡΟΛΟΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ
Γράφει ο/η ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ   
03.09.16

Μοιρολόι

για το μικρό Παναγιώτη

 

Άσε με γιε μου να μιλώ

άσε με να μυριολογώ

να σου μιλώ όπως παλιά

σαν σε κρατούσα αγκαλιά,

κι αυτήνε τη στερνή φορά

στο πλάï σου να ‘μαι κοντά.

 

 

Άσε να είμαι εδώ να είμαι εδώ

στον πιο μικρό μου τώρα γιο

και να ποτίζω το μικρό μου γιασεμί

του κήπου μου το πιο μικρό ανθί

με ό,τι μ’ έχει μείνει μέσα στο κορμί

με ό,τι μ’ έχει μείνει μέσα στη ψυχή.

 

Για μια ακόμη μια φορά

-ποιος ξέρει αν σε δω ξανά-

θέλω να είμαι εδώ να σε κοιτώ,

και να μιλώ και να μιλώ και να μιλώ…

Μια μάνα είμαι μαύρη μοναχή,

κι απ΄ όλες τις φτωχές η πιο φτωχή

 

Είν’ η ζωή καμιά φορά λίγο πικρή

σε μας ήταν και κάπως βιαστική

μα δεν πειράζει γιε μου και καμάρι μου

έχει ο Θεός και θα βρεθούμε πάλι παλικάρι μου

 

Άσε μ’ ακόμη να θυμάμαι τις φορές

που ήσουν μεσ’ στις χάρες μέσα στις χαρές

κάθε πρωί ένα μικρό παιδί

 και μου γελούσες

μέσα στη χούφτα ένα πουλί

 και κελαηδούσες ˙

κι εγώ χαιρόμουν με κρυφή χαρά

κι έκανα προσευχή να’ σαι καλά.

 

 

 

Ήσουν ο πιο μικρός

και ήσουνα ο πιο καλός!

Ήσουνα ο πιο μικρός

και ήσουνα ο πιο γλυκός!

ο πιο μικρός μου ήσουν γιος

κι ήσουν ο ίδιος μου εαυτός.

 

Μη μου θυμώνεις τώρα αν μιλώ

τα δάκρυα αν τρέχουν σα νερό ˙

θα προσπαθήσω, είχα πει

να είμαι μέσα στη σιωπή…

μα ποιος μπορεί μικρό μου ανθί

ποιος την μπορεί την ώρα αυτή;!

 

Στέκω σε βλέπω σε κοιτώ

το χέρι σου μέσα στα χέρια μου κρατώ

και προσπαθώ με το δικό μου το μυαλό 

να βρω ένα λόγο να σου πω ˙

μα μέσα στη σιωπή αυτή

μόνο γιατί, μόνο γιατί:

 

γιατί στις πέντε το πρωί

στην πιο καλή κι ωραία εποχή;

γιατί στις πέντε το πρωί

του πήραν αίμα και ψυχή;

γιατί στις πέντε το πρωί

να φύγει και να πάει να κοιμηθεί;

 

Γυρνάει η σκέψη μου στο πουθενά

ρωτάω πότε θα σε δω ξανά,

μια ησυχάζω και μία πάω εντατική

ψάχνω από κάπου να πιαστώ εδώ ή εκεί ˙

μια μαύρη μάνα

που δεν έχει τόπο να σταθεί

σαν μια ζητιάνα

που ζητάει να βοηθηθεί.

 

 

 

 

 

Συμπάθα με παιδάκι μου καλό

έχει θολώσει δίχως άλλο το μυαλό ˙

είμαι εδώ; στη γη πατώ;

δεν ξέρω πια, τι να σκεφτώ ˙

σαν το ποτάμι που κατέβασε νερό

κι απ’ άκρη σ’ άκρη είναι θολό

έτσι κι εγώ έτσι κι εγώ.

 

-Γιατί ρωτάει η πιο μικρή

η πιο μικρή του αδερφή

γιατί στο δρόμο δεν ακούμε πια

το βήμα του να περπατά;

γιατί ο δικός μου αδελφός

να είναι αυτός ο πιο καλός;

 

Ήρθαν οι φίλοι ήρθαν κι οι γνωστοί

δυο φανταράκια μέσα στο χακί

όλοι οι φίλοι και όλοι οι γνωστοί

έχουνε γιε μου όλοι μαζευτεί ˙

άνοιξ’ τα μάτια γιε μου να τους δεις

άνοιξ΄ τα χείλη κάτι να τους πεις.

 

Άνοιξ’τα μάτια γιέ μου

να σε δω και να με δεις

άνοιξε τα μάτια γιέ μου

να χαρώ και να χαρείς…

 

Καινούργιο δρόμο μ’ άνοιξες θαρρώ

και θα διαβώ, θα τον διαβώ ˙

με νοιάζει όμως που δε μου μιλάς

με νοιάζει μόνο που δε με ρωτάς ˙

δε με ρωτάς ψυχή μου αν μπορώ

αυτόν τον δρόμο τον ανήφορο…

 

 

 

 

 

Γιε μου καλέ, γιε μου χρυσέ

για πες μου πέστο και σε με

πες μου αν έστω μια φορά

σου στέρησα κάποια χαρά;

μήπως δε σού’ δωσα το χάδι το φιλί

μήπως δε σού’ δωσα της μάνας την ευχή;

 

Για σένα τα χωράφια ήταν και η σοδειά

για σένα κάθε κόπος ήταν και χαρά.

Το μέλι και το γάλα ήτανε για σε

γιε μου καλέ γιε μου χρυσέ

και η ευχή μου

να’ ναι ο δρόμος σου ανοικτός

και ο ουρανός σου καταγάλανος…

 

Κι εσύ, σαν το παιδί που μόλις πρωτοπερπατεί

που θέλει τα παιχνίδια μόνο του να βρει

μ’ αφήνεις τώρα μόνη μοναχή.

Κι εσύ, που το   ‘ ξερες απ’ την αρχή

τα σχέδια τα νέα τώρα δε μου λες

δεν ήρθες σπίτι ούτε χθες ούτε προχθές.

 

Είχες περάσει στο χαρτί

την τύχη σου απ’ την αρχή γραφτή

και πρόσεχες να μην το πείς

κανείς μη στενοχωρηθεί κανείς

το φύλαγες μέσ’ στην αθώα σου ψυχή

‘’θα φύγω μάνα’’ είχες πει…

 

Κι έτσι μια κονταυγή μεμιάς

σταμάτησαν οι χτύποι της καρδιάς

σταμάτησε κάθε ανάσα και πνοή

σταμάτησε και η ζωή ˙

πέταξε πάνω απ’ τις κορφές σαν το πουλί

η πιο αθώα η ψυχή η πιο καλή.

 

 

 

 

 

Τώρα το σπίτι άδειο κι ορφανό

κι εγώ μονάχη μου να κλαίω να θρηνώ

να κλαίω να μιλώ και να παραμιλώ.

Το μαξιλάρι σου κρατώ σφιχτά

μου λέει πως δε θα ξανάρθεις πια

το μαξιλάρι σου έχω πλέον συντροφιά.

 

Τώρα το σπίτι άδειο κι ορφανό

κι εσύ μεσ’ στο λευκό πουκάμισο ˙

κοιτώ και βλέπω τα ματάκια σου κλειστά

κοιτώ και βλέπω δυο χειλάκια σφαλιστά

δε μου μιλάς δε με κοιτάς

δε λες για πού ‘τοιμάστηκες να πας.

 

Αχ όχι δε θέλω, δε θέλω να κοιτώ…

όχι δε θέλω να το βλέπω – όχι αυτό:

το πρόσωπο το χαρωπό το γελαστό

δε θέλω τώρα να το βλέπω ανέκφραστο ˙

αφήστε με να φύγω και να βρω

απαντοχή

αφήστε με να έχω τη δική μου

λογική.

 

Αφήστε με να φύγω και να μην κοιτώ

το στοματάκι του τ’ αμίλητο

το σώμα του τ’ ασάλευτο

δε θέλω δε μπορώ να τα κοιτώ ˙

κάλλιο να βρω έναν τόπο να κρυφτώ

να βρω έναν τόπο να ‘χει μόνο ουρανό

να βλέπω μόνο τ’ άστρα

και το φεγγαράκι μου το φωτεινό.

 

Αντρέας Κ.

 

 

 

Στη μνήμη

του μικρού Παναγιώτη

που έφυγε νωρίς

01/09/2015

 
ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ (ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑ)
Γράφει ο/η ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΜΠΕΛΑΣ   
23.08.16

Μοιρολόι

για το μικρό Παναγιώτη

 

Άσε με γιε μου να μιλώ

άσε με να μυριολογώ

να σου μιλώ όπως παλιά

και να σου κάνω συντροφιά˙

θέλω αυτήνε την στερνή φορά

στο πλάï σου να ‘μια κοντά.

 

 

Θέλω στον πιο μικρό μου γιο

να είμαι εδώ να είμαι εδώ

και να ποτίζω το γλυκό μου γιασεμί

του κήπου μου το πιο γλυκό ανθί

με ό,τι μ’ έχει μείνει μέσα στο κορμί

με ό,τι μ’ έχει μείνει μέσα στη ψυχή.

 

Για μια ακόμη μια φορά

-ποιος ξέρει αν σε δω ξανά-

άσε με γιε μου να είμαι’ δω να σου μιλώ

όσα δεν πρόλαβα να πω να σου  ειπώ˙

μια μαύρη μάνα είμαι μοναχή

κι απ’ όλες τις φτωχές η πιο φτωχή.

 

 

Είν’ η ζωή καμιά φορά λίγο πικρή

σε μας ήταν και κάπως βιαστική

μα δεν πειράζει γιε μου και καμάρι μου

έχει ο Θεός και θα βρεθούμε πάλι παλικάρι μου

 

Άσε μ’ ακόμη να θυμάμαι τις φορές

που ήσουν μεσ’ στις χάρες μέσα στις χαρές

κάθε πρωί ένα μικρό παιδί

 και μου γελούσες

μέσα στη χούφτα ένα πουλί

 και κελαηδούσες ˙

κι εγώ χαιρόμουν με κρυφή χαρά

κι έκανα προσευχή να’ σαι καλά.

 

 

 

Ήσουν ο πιο μικρός

και ήσουνα ο πιο καλός!

Ήσουνα ο πιο μικρός

και ήσουνα ο πιο γλυκός!

ο πιο μικρός μου ήσουν γιος

κι ήσουν ο ίδιος μου εαυτός.

 

Μη μου θυμώνεις τώρα αν μιλώ

τα δάκρυα αν τρέχουν σα νερό ˙

θα προσπαθήσω, είχα πει

να είμαι μέσα στη σιωπή…

μα ποιος μπορεί μικρό μου ανθί

ποιος την μπορεί την ώρα αυτή;!

 

Στέκω σε βλέπω σε κοιτώ

το χέρι σου μέσα στα χέρια μου κρατώ

και προσπαθώ με το δικό μου το μυαλό 

να βρω ένα λόγο να σου πω ˙

μα μέσα στη σιωπή αυτή

μόνο γιατί, μόνο γιατί:

 

γιατί στις πέντε το πρωί

στην πιο καλή κι ωραία εποχή;

γιατί στις πέντε το πρωί

του πήραν αίμα και ψυχή;

γιατί στις πέντε το πρωί

να φύγει και να πάει να κοιμηθεί;

 

Γυρνάει η σκέψη μου στο πουθενά

ρωτάω πότε θα σε δω ξανά,

μιά ησυχάζω και μία πάω εντατική

ψάχνω από κάπου να πιαστώ εδώ ή εκεί ˙

μια μαύρη μάνα

που δεν έχει τόπο να σταθεί

σαν μια ζητιάνα

που ζητάει να βοηθηθεί.

 

 

 

 

 

Συμπάθα με παιδάκι μου καλό

Έχει θολώσει δίχως άλλο το μυαλό ˙

Είμαι εδώ; στη γη πατώ;

δεν ξέρω πια, τι να σκεφτώ ˙

σαν το ποτάμι που κατέβασε νερό

κι απ’ άκρη σ’ άκρη είναι θολό

έτσι κι εγώ έτσι κι εγώ.

 

-Γιατί ρωτάει η πιο μικρή

η πιο μικρή του αδερφή

γιατί στο δρόμο δεν ακούμε πια

το βήμα του να περπατά;

γιατί ο δικός μου αδελφός

να είναι αυτός ο πιο καλός;

 

Ήρθαν οι φίλοι ήρθαν κι οι γνωστοί

δυο φανταράκια μέσα στο χακί

όλοι οι φίλοι και όλοι οι γνωστοί

έχουνε γιε μου όλοι μαζευτεί ˙

Άνοιξ’ τα μάτια γιε μου να τους δεις

άνοιξ΄ τα χείλη κάτι να τους πεις.

 

Άνοιξ’τα μάτια γιέ μου

να σε δω και να με δεις

άνοιξε τα μάτια γιέ μου

να χαρώ και να χαρείς…

 

Καινούργιο δρόμο μ’ άνοιξες θαρρώ

και θα διαβώ, θα τον διαβώ ˙

με νοιάζει όμως που δε μου μιλάς

με νοιάζει μόνο που δε με ρωτάς ˙

δε με ρωτάς ψυχή μου αν μπορώ

αυτόν τον δρόμο τον ανήφορο…

 

 

 

 

Γιε μου καλέ, γιε μου χρυσέ

για πες μου πέστο και σε με

πες μου αν έστω μια φορά

σου στέρησα κάποια χαρά;

μήπως δε σού’ δωσα το χάδι το φιλί

μήπως δε σού’ δωσα της μάνας την ευχή;

 

Για σένα τα χωράφια ήταν και η σοδειά

για σένα κάθε κόπος ήταν και χαρά.

Το μέλι και το γάλα ήτανε για σε

γιε μου καλέ γιε μου χρυσέ

και η ευχή μου

να’ ναι ο δρόμος σου ανοικτός

και ο ουρανός σου καταγάλανος…

 

Κι εσύ, σαν το παιδί που μόλις πρωτοπερπατεί

που θέλει τα παιχνίδια μόνο του να βρει

μ’ αφήνεις τώρα μόνη μοναχή.

Κι εσύ, που το   ‘ ξερες απ’ την αρχή

τα σχέδια τα νέα τώρα δε μου λες

δεν ήρθες σπίτι ούτε χθες ούτε προχθές.

 

Είχες περάσει στο χαρτί

την τύχη σου απ’ την αρχή γραφτή

και πρόσεχες να μην το πείς

κανείς μη στενοχωρηθεί κανείς

το φύλαγες μέσ’ στην αθώα σου ψυχή

‘’θα φύγω μάνα’’ είχες πει…

 

Κι έτσι μια κονταυγή μεμιάς

σταμάτησαν οι χτύποι της καρδιάς

σταμάτησε κάθε ανάσα και πνοή

σταμάτησε και η ζωή ˙

πέταξε πάνω απ’ τις κορφές σαν το πουλί

η πιο αθώα η ψυχή η πιο καλή.

 

 

 

 

 

Τώρα το σπίτι άδειο κι ορφανό

κι εγώ μονάχη μου να κλαίω να θρηνώ

να κλαίω να μιλώ και να παραμιλώ.

Το μαξιλάρι σου κρατώ σφιχτά

μου λέει πως δε θα ξανάρθεις πια

το μαξιλάρι σου έχω πλέον συντροφιά.

 

Τώρα το σπίτι άδειο κι ορφανό

κι εσύ μεσ’ στο λευκό πουκάμισο ˙

κοιτώ και βλέπω τα ματάκια σου κλειστά

κοιτώ και βλέπω δυο χειλάκια σφαλιστά

δε μου μιλάς δε με κοιτάς

δε λες για πού ‘τοιμάστηκες να πας ˙

 

Αχ όχι δε θέλω, δε θέλω να κοιτώ…

όχι δε θέλω να το βλέπω – όχι αυτό:

το πρόσωπο το χαρωπό το γελαστό

δε θέλω τώρα να το βλέπω ανέκφραστο ˙

αφήστε με να φύγω και να βρω

απαντοχή

αφήστε με να έχω τη δική μου

λογική.

 

Αφήστε με να φύγω και να μην κοιτώ

το στοματάκι του τ’ αμίλητο

το σώμα του τ’ ασάλευτο

δε θέλω δε μπορώ να τα κοιτώ ˙

κάλλιο να βρω έναν τόπο να κρυφτώ

να βρω έναν τόπο να ‘χει μόνο ουρανό

να βλέπω μόνο τ’ άστρα

και το φεγγαράκι μου το φωτεινό.

 

Αντρέας Κ.

 

 

 

Στη μνήμη

του μικρού Παναγιώτη

που έφυγε νωρίς

01/09/2015

 
1ο ΠΑΝΗΛΕΙΑΚΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑΔΑ
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
01.08.16
1ο ΠΑΝΗΛΕΙΑΚΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΜΑΛΙΑΔΑ


 
ΒΑΣΙΛΙΚΗ (ΚΑΝΤΡΗ) - ΒΑΣΙΛΗΣ
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
30.07.16
ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ 29/7/2016

 
ΣΥΝΕΣΤΙΑΣΗ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΛΥΜΠΙΩΝ 7-8-2016
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
30.07.16

CIMG2057                             ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΟΛΥΜΠΙΩΝ

 ΒΡΑΒΕΙΟ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΘΗΝΩΝ

                                            ΕΤΟΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ 1887

                                            Ιεροσολύμων 9, Τ.Κ. 11252, Αθήνα

 Tηλ. 6945822348, 210-9620079

 E-mail: vlamisk@hotmail.com Web site: http://syllogosolympion.blogspot.com

 

 

 

 

 

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

 

 Το Δ.Σ του ιστορικού ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΟΛΥΜΠΙΩΝ σας προσκαλεί στη συνεστίαση που θα γίνει την Κυριακή 7 Αυγούστου 2016, ώρα 9  το βράδυ, στην ταβέρνα «ΜΕΖΕΔΟΠΕΝΙΕΣ» που βρίσκεται στο 2ο χλμ της επαρχιακής οδού Θολού-Νέας Φιγαλίας (περιοχή Λεπρέου-μετά το μύλο Δαλαίνα).

 

Για το Δ.Σ.

 

                                 Ο Πρόεδρος                  Η Γενική Γραμματέας

                             Κων/νος Χρ. Βλάμης         Ευαγγελία Αδαμοπούλου

Τελευταία ανανέωση ( 30.07.16 )
Διαβάστε περισσότερα...
 
ΦΙΛΙΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΜΕΝ
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
28.07.16
ΚΑΡΜΕΝ ΑΠΟ ΓΙΑΝΝΗ ΦΙΛΙΑ

 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΗΣ ΞΑΝΘΗ 10/7/2011
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
27.07.16
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΗΣ

Τελευταία ανανέωση ( 27.07.16 )
 
ΛΑΙΚΟ ΓΛΕΝΤΙ ΣΤΟ ΓΗΠΕΔΟ ΤΟΥ ΑΜΠΕΛΩΝΑ ΠΥΡΓΟΥ ΗΛΕΙΑΣ
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
25.07.16
ΛΑΙΚΟ ΓΛΕΝΤΙ ΜΕ ΓΙΩΡΓΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ

29/7/2016 ΩΡΑ 21,00



Τελευταία ανανέωση ( 25.07.16 )
 
42ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΝΕ-ΟΔΗΓΗΤΗ
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
25.07.16


Τελευταία ανανέωση ( 25.07.16 )
 
ΠΑΜΕ ΕΛΛΑΔΑ ΠΥΡΓΟΣ ΑΜΑΛΙΑΔΑ
Γράφει ο/η Βασίλης Πολυζωγόπουλος   
01.07.16


 
<< Αρχική < Προηγ. 1 2 3 4 5 6 7 8 9 10 Επόμ. > Τελευταία >>

Αποτελέσματα 1 - 10 από 493